- υπωρόφιος
- -α, -ο / ὑπωρόφιος, -ον, ΝΜΑ, θηλ. και ύπωροφία και ύπωρυφία Ααυτός που βρίσκεται κάτω από την οροφή, κάτω από την στέγηνεοελλ.φρ. «υπωρόφιο δωμάτιο» — σοφίτααρχ.1. αυτός που βρίσκεται μέσα στο σπίτι2. αυτός που βρίσκεται στο ψηλότερο σημείο οικοδομήματος3. το θηλ. ως ουσ. ἡ ὑπωροφία και ὑπωρυφίαη ξύλινη επένδυση μιας επιστρωμένης με κεραμίδια οροφής4. φρ. «ὑπωρόφιοι φόρμιγγες» — φόρμιγγες που ηχούν μέσα στην αίθουσα (Πίνδ.).[ΕΤΥΜΟΛ. < ὑπ(ο)-* + -ωρόφιος (< ὄροφος), πρβλ. ὑπερ-ωρόφιος. Το -ω- τού τ. οφείλεται σε έκταση λόγω συνθέσεως].
Dictionary of Greek. 2013.